Ηθοποιός, πρωταγωνίστρια, γυναίκα με ήθος και διακριτικότητα. Η Μάρω Κοντού έφυγε από τη ζωή στα 92 της χρόνια, αφήνοντας πίσω της μια σπουδαία καλλιτεχνική κληρονομιά και μια πορεία που σημάδεψε ανεξίτηλα το ελληνικό θέατρο και τον κινηματογράφο.
Η Ελλάδα αποχαιρετά μία από τις τελευταίες εμβληματικές μορφές της χρυσής εποχής, του ελληνικού κινηματογράφου. Η Μάρω Κοντού έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 92 ετών, ύστερα από επιδείνωση της υγείας της, βυθίζοντας στη θλίψη τον καλλιτεχνικό κόσμο και το κοινό, που τη συνόδευσε για περισσότερα από εβδομήντα χρόνια, δημιουργικής πορείας. Σύμφωνα με το ιατρικό ανακοινωθέν του νοσοκομείου «Άγιος Σάββας», η σπουδαία ηθοποιός κατέληξε το πρωί της 15ης Ιουλίου, παρά τις προσπάθειες των γιατρών, έχοντας προηγουμένως νοσηλευτεί και στο «Αττικόν», μετά από σοβαρή επιδείνωση της υγείας της.
Η Μαριάνθη Κοντού, όπως ήταν το πραγματικό της όνομα, γεννήθηκε στις 21 Ιουνίου 1934 στην Αθήνα και μεγάλωσε στο Κουκάκι. Τα παιδικά της χρόνια σημαδεύτηκαν από την απώλεια του πατέρα της και τις δυσκολίες της Κατοχής, εμπειρίες που, όπως είχε εξομολογηθεί πολλές φορές, της έμαθαν από νωρίς την αξία της αξιοπρέπειας, της επιμονής και της εργασίας.
Αρχικά, ονειρεύτηκε να γίνει χορεύτρια. Σπούδασε στη σχολή της σπουδαίας δασκάλας χορού Κούλας Πράτσικα, όμως σύντομα την κέρδισε η υποκριτική. Συνέχισε τις σπουδές της στη Δραματική Σχολή του Κωστή Μιχαηλίδη και το 1954 πραγματοποίησε την πρώτη της θεατρική εμφάνιση, ανοίγοντας το δρόμο για μια από τις λαμπρότερες καριέρες, στην ιστορία του ελληνικού θεάτρου.
Το 1959 έκανε το μεγάλο θεατρικό της βήμα, δίπλα στο Δημήτρη Χορν, στο έργο Ρομανσέρο του Ζακ Ντεβάλ. Στη συνέχεια συνεργάστηκε στενά μαζί του και ο Χορν ήταν από τους ανθρώπους που πίστεψαν πολύ, στο ταλέντο της.
Η μεγάλη αναγνώριση, δεν άργησε να έρθει. Η συνεργασία της με τη Φίνος Φιλμ την καθιέρωσε ως μία από τις πιο δημοφιλείς πρωταγωνίστριες, της δεκαετίας του ’60. Με τη χαρακτηριστική της κομψότητα, την αστική φινέτσα, το χιούμορ και τη φυσικότητα της ερμηνείας της, δημιούργησε έναν ξεχωριστό τύπο γυναίκας στην ελληνική οθόνη: δυναμική, ανεξάρτητη, γοητευτική, αλλά και βαθιά ανθρώπινη.
Οι ταινίες στις οποίες πρωταγωνίστησε αποτελούν μέχρι σήμερα σημείο αναφοράς, για τον ελληνικό κινηματογράφο. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν οι «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα», «Μια Ιταλίδα από την Κυψέλη», «Οι κυρίες της αυλής», «Κάτι κουρασμένα παλικάρια», «Ο άνθρωπος που γύρισε από τη ζέστη», «Ο φίλος μου ο Λευτεράκης», αλλά και δεκάδες ακόμη παραγωγές που εξακολουθούν να προβάλλονται και να αγαπιούνται, από τις νεότερες γενιές.
Στη θεατρική σκηνή υπήρξε εξίσου σημαντική. Συνεργάστηκε με κορυφαίους θιάσους και σπουδαίους δημιουργούς, ενώ σταθμό στην πορεία της αποτέλεσε η συμμετοχή της στην ιστορική «Οδό Ονείρων» του Μάνου Χατζιδάκι το 1962, μια παράσταση που άφησε εποχή και θεωρείται μέχρι σήμερα ορόσημο, του ελληνικού μουσικού θεάτρου.
Η παρουσία της δεν περιορίστηκε στον κινηματογράφο και το θέατρο. Από τη δεκαετία του 1990 και έπειτα εμφανίστηκε σε επιτυχημένες τηλεοπτικές σειρές, αποδεικνύοντας, ότι μπορούσε να προσαρμόζεται σε κάθε εποχή, χωρίς να χάνει, τη μοναδική της ταυτότητα.
Το 2007 έκανε ένα διαφορετικό βήμα στη ζωή της. Αποδέχθηκε την πρόταση της Νέας Δημοκρατίας να συμμετάσχει στις εθνικές εκλογές και εξελέγη βουλευτής Α’ Αθηνών. Παρέμεινε στο ελληνικό Κοινοβούλιο έως το 2009, χωρίς ποτέ να εγκαταλείψει την αγάπη της, για τον πολιτισμό. Η ίδια είχε εξηγήσει πως οδηγήθηκε στην πολιτική από την επιθυμία να προσφέρει στον τόπο, όμως δεν έκρυψε ποτέ, ότι η πραγματική της θέση, ήταν πάνω στη σκηνή. Μετά το τέλος της κοινοβουλευτικής της θητείας επέστρεψε αποκλειστικά στην τέχνη, αποφεύγοντας κάθε ενεργή, πολιτική εμπλοκή.
Παρά τη μεγάλη δημοσιότητα που γνώρισε, προστάτευσε όσο λίγοι, την προσωπική της ζωή. Παντρεύτηκε δύο φορές, ενώ έζησε σημαντικούς έρωτες που ποτέ δε χρησιμοποίησε, ως μέσο προβολής. Δεν απέκτησε παιδιά, κάτι για το οποίο είχε μιλήσει ανοιχτά, εξηγώντας, ότι η ζωή την οδήγησε σε διαφορετικές επιλογές, χωρίς ποτέ να αισθανθεί πικρία.
Όσοι συνεργάστηκαν μαζί της μιλούσαν για έναν άνθρωπο ευγενικό, πειθαρχημένο και βαθιά καλλιεργημένο. Δεν της άρεσαν οι υπερβολές, ούτε οι εύκολες, δημόσιες εξομολογήσεις. Προτιμούσε να αφήνει το έργο της, να μιλά για εκείνη.
Τα τελευταία χρόνια αντιμετώπιζε με αξιοθαύμαστη γαλήνη, το πέρασμα του χρόνου. Σε συνεντεύξεις της μιλούσε συχνά για τη ζωή, το θάνατο και την ανθρώπινη διαδρομή, χωρίς φόβο και χωρίς μελοδραματισμό.
«Είμαι περαστική. Ένας κόκκος της άμμου μέσα σ’ αυτό το σύμπαν», είχε δηλώσει χαρακτηριστικά, αποτυπώνοντας τη φιλοσοφία με την οποία αντιμετώπιζε, την ύπαρξη.
Σε άλλη συνέντευξή της, είχε εξομολογηθεί:
«Δεν φοβάμαι τα χρόνια. Φοβάμαι μόνο, να χάσω την αξιοπρέπειά μου».
Ενώ συχνά επαναλάμβανε ότι:
«Η ζωή θέλει αισιοδοξία. Ό,τι κι αν συμβεί, πρέπει να συνεχίζεις».
Η Μάρω Κοντού υπήρξε κάτι πολύ περισσότερο από μία σπουδαία ηθοποιός. Υπήρξε η ενσάρκωση μιας ολόκληρης εποχής του ελληνικού πολιτισμού, μιας γενιάς καλλιτεχνών που διαμόρφωσαν την ταυτότητα του ελληνικού κινηματογράφου και του θεάτρου. Για περισσότερα από εβδομήντα χρόνια υπηρέτησε την τέχνη με συνέπεια, χωρίς εκπτώσεις και χωρίς να αλλοιώσει ποτέ, το χαρακτήρα της.
Με τον θάνατό της κλείνει ακόμη ένα μεγάλο κεφάλαιο της χρυσής γενιάς, του ελληνικού θεάματος. Όμως οι ταινίες της, οι θεατρικές της ερμηνείες, η χαρακτηριστική της φωνή, το χαμόγελό της και η αρχοντική της παρουσία θα συνεχίσουν, να θυμίζουν γιατί η Μάρω Κοντού δεν υπήρξε απλώς μια σταρ, του ελληνικού κινηματογράφου. Υπήρξε μία πραγματική κυρία της τέχνης, που κέρδισε την αγάπη του κοινού, όχι μόνο για το ταλέντο της, αλλά κυρίως για το ήθος, με το οποίο πορεύτηκε.


Ηλεκτρονική Εφημερίδα
